Греческий словарь
с грамматикой

διαμαρτύρομαι

[ðiamartˈiromai]глаголC1

Значения

1
протестовать, выражать решительное возражение
to protest, to express vehement objection · διαμαρτύρομαι κατά της απόφασης — протестую против решения
2
торжественно заявлять, свидетельствовать
to testify solemnly, to bear witness · διαμαρτύρομαι την αλήθεια — свидетельствую истину

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαμαρτύρομαι
εσύ
διαμαρτύρεσαι
αυτός
διαμαρτύρεται
εμείς
διαμαρτυρόμαστε
εσείς
διαμαρτύρεστε
αυτοί
διαμαρτύρονται
Аорист
εγώ
διαμαρτυρήθηκα
εσύ
διαμαρτυρήθηκες
αυτός
διαμαρτυρήθηκε
εμείς
διαμαρτυρηθήκαμε
εσείς
διαμαρτυρηθήκατε
αυτοί
διαμαρτυρήθηκαν
Будущее
εγώ
θα διαμαρτυρηθώ
εσύ
θα διαμαρτυρηθείς
αυτός
θα διαμαρτυρηθεί
εμείς
θα διαμαρτυρηθούμε
εσείς
θα διαμαρτυρηθείτε
αυτοί
θα διαμαρτυρηθούν

Примеры

Διαμαρτυρήθηκε έντονα κατά της άδικης απόφασης.
Он решительно протестовал против несправедливого решения. · He protested vigorously against the unjust decision.
Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονταν για τα δικαιώματά τους.
Демонстранты выражали решительный протест в защиту своих прав. · The protesters made their objections heard regarding their rights.
Διαμαρτύρομαι την αγνότητά μου και την τιμή μου.
Я торжественно клянусь в своей честности и достоинстве. · I solemnly attest to my innocence and honour.