διαμαντένιος
[ðiamandˈɛnios]прилагательноеB2
Значения
1
бриллиантовый, алмазный
diamond, made of diamond · διαμαντένιο δαχτυλίδι — бриллиантовое кольцо
2
сверкающий, блистающий как алмаз
sparkling, gleaming like a diamond · διαμαντένια φως — сверкающий свет
Грамматика
мужской род
им.
διαμαντένιος
вин.
διαμαντένιο
род.
διαμαντένιου
зват.
διαμαντένιε
женский род
им.
διαμαντένια
вин.
διαμαντένια
род.
διαμαντένιας
зват.
διαμαντένια
средний род
им.
διαμαντένιο
вин.
διαμαντένιο
род.
διαμαντένιου
зват.
διαμαντένιο
Примеры
Το διαμαντένιο κολιέ ήταν πολύ ακριβό.
Бриллиантовое ожерелье было очень дорогим. · The diamond necklace was very expensive.
Έχει διαμαντένια σκουλαρίκια από το γάμο της.
У неё есть бриллиантовые серьги со свадьбы. · She has diamond earrings from her wedding.
Το διαμαντένιο φως του ήλιου κάλυπτε την πλατεία.
Сверкающий солнечный свет заливал площадь. · The sparkling sunlight flooded the square.