διαμέτρημα
[ðiaˈmɛtriˌma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
размер, мера, величина (чего-л.)
size, measure, extent (of something) · το διαμέτρημα του δωματίου — размер комнаты
2
масштаб, объём, размах (явления, проблемы)
scale, scope, magnitude (of a phenomenon or problem) · διαμέτρημα της καταστροφής — масштаб катастрофы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διαμέτρημα
вин.
το διαμέτρημα
род.
του διαμετρήματος
зват.
διαμέτρημα
Мн. ч.
им.
τα διαμετρήματα
вин.
τα διαμετρήματα
род.
των διαμετρημάτων
зват.
διαμετρήματα
Примеры
Το διαμέτρημα του προβλήματος είναι πολύ μεγάλο.
Масштаб проблемы очень велик. · The scale of the problem is very large.
Δεν υποψιάστηκαν το διαμέτρημα της ζημιάς.
Они не осознали масштабов убытков. · They underestimated the extent of the damage.
Τα διαμετρήματα των δύο δωματίων είναι διαφορετικά.
Размеры двух комнат разные. · The sizes of the two rooms are different.