Греческий словарь
с грамматикой

διαμέρισμα

[ðiaˈmerizma]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
квартира, апартаменты
apartment, flat · ένα μικρό διαμέρισμα — маленькая квартира

Грамматика

Ед. ч.
им.
το διαμέρισμα
вин.
το διαμέρισμα
род.
του διαμερίσματος
зват.
διαμέρισμα
Мн. ч.
им.
τα διαμερίσματα
вин.
τα διαμερίσματα
род.
των διαμερισμάτων
зват.
διαμερίσματα

Примеры

Το διαμέρισμά μας είναι στο κέντρο της πόλης.
Наша квартира находится в центре города. · Our apartment is in the city centre.
Ψάχνω ένα μεγάλο διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια.
Я ищу большую квартиру с двумя спальнями. · I'm looking for a large apartment with two bedrooms.
Το ενοίκιο του διαμερίσματος είναι πολύ ακριβό.
Арендная плата за квартиру очень дорогая. · The rent for the apartment is very expensive.
Δύο διαμερίσματα είναι διαθέσιμα αυτόν τον μήνα.
В этом месяце доступны две квартиры. · Two apartments are available this month.