Греческий словарь
с грамматикой

διαμένω

[ðiaˈmeno]глаголB1

Значения

1
жить, проживать (постоянно или длительное время)
to live, to reside (permanently or for an extended period) · διαμένει στην Αθήνα — он живёт в Афинах
2
оставаться, пребывать в каком-либо состоянии
to remain, to stay in a state or condition · διαμένει άφωνος — он остаётся безмолвным

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαμένω
εσύ
διαμένεις
αυτός
διαμένει
εμείς
διαμένουμε
εσείς
διαμένετε
αυτοί
διαμένουν
Аорист
εγώ
διέμεινα
εσύ
διέμεινες
αυτός
διέμεινε
εμείς
διαμείναμε
εσείς
διαμείνατε
αυτοί
διέμειναν
Будущее
εγώ
θα διαμείνω
εσύ
θα διαμείνεις
αυτός
θα διαμείνει
εμείς
θα διαμείνουμε
εσείς
θα διαμείνετε
αυτοί
θα διαμείνουν

Примеры

Διαμένει στο κέντρο της πόλης εδώ και δέκα χρόνια.
Он живёт в центре города уже десять лет. · He has been living in the city centre for ten years.
Όσο διαμένουν στο εξωτερικό, επικοινωνούν τακτικά.
Пока они проживают за границей, они регулярно общаются. · While they reside abroad, they keep in regular contact.
Διέμεινε στην ίδια θέση παρά τις κριτικές.
Он остался на своей позиции несмотря на критику. · He remained in the same position despite the criticism.
Θα διαμείνουν εδώ για όλο το καλοκαίρι.
Они будут жить здесь всё лето. · They will stay here for the whole summer.