Греческий словарь
с грамматикой

διαμάντι

[ðiaˈmandi]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
алмаз
diamond · πολύτιμο διαμάντι — драгоценный алмаз

Грамматика

Ед. ч.
им.
το διαμάντι
вин.
το διαμάντι
род.
του διαμαντιού
зват.
διαμάντι
Мн. ч.
им.
τα διαμάντια
вин.
τα διαμάντια
род.
των διαμαντιών
зват.
διαμάντια

Примеры

Το διαμάντι λάμπει στο φως.
Алмаз сияет в свете. · The diamond shines in the light.
Αγόρασε ένα μεγάλο διαμάντι για το δαχτυλίδι.
Он купил большой алмаз для кольца. · He bought a large diamond for the ring.
Τα διαμάντια είναι πολύ ακριβά.
Алмазы очень дорогие. · Diamonds are very expensive.