Греческий словарь
с грамматикой

διαλύω

[ðiaˈluo]глаголB1

Значения

1
распускать, расторгать (договор, организацию)
dissolve, disband (contract, organization) · διαλύω τη συμφωνία — расторгаю договор
2
разлагать, разделять на части
break down, decompose, disintegrate · το νερό διαλύει τη ζάχαρη — вода растворяет сахар
3
разрешать, рассеивать (сомнения, недоразумение)
resolve, clear up, dispel · διαλύω την απορία — рассеиваю недоумение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαλύω
εσύ
διαλύεις
αυτός
διαλύει
εμείς
διαλύουμε
εσείς
διαλύετε
αυτοί
διαλύουν
Аорист
εγώ
διέλυσα
εσύ
διέλυσες
αυτός
διέλυσε
εμείς
διελύσαμε
εσείς
διελύσατε
αυτοί
διέλυσαν
Будущее
εγώ
θα διαλύσω
εσύ
θα διαλύσεις
αυτός
θα διαλύσει
εμείς
θα διαλύσουμε
εσείς
θα διαλύσετε
αυτοί
θα διαλύσουν

Примеры

Η κυβέρνηση διέλυσε το κοινοβούλιο.
Правительство распустило парламент. · The government dissolved parliament.
Το αλάτι διαλύεται στο νερό εύκολα.
Соль легко растворяется в воде. · Salt dissolves easily in water.
Θα διαλύσουν τη συμφωνία αν δεν ικανοποιηθούν.
Они расторгнут соглашение, если не будут удовлетворены. · They will dissolve the agreement if unsatisfied.
Ο καθηγητής διέλυσε τις απορίες των μαθητών.
Учитель рассеял сомнения учеников. · The teacher cleared up the students' doubts.