Греческий словарь
с грамматикой

διαλείπω

[ðjaˈlipo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
прерываться, делать перерыв
to interrupt, to break off, to pause · χωρίς να διαλείψει — не прерываясь
2
пропускать, не делать, оставлять
to omit, to skip, to leave undone · διαλείπει την άσκηση — пропускает упражнение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαλείπω
εσύ
διαλείπεις
αυτός
διαλείπει
εμείς
διαλείπουμε
εσείς
διαλείπετε
αυτοί
διαλείπουν
Аорист
εγώ
διέλειψα
εσύ
διέλειψες
αυτός
διέλειψε
εμείς
διαλείψαμε
εσείς
διαλείψατε
αυτοί
διέλειψαν
Будущее
εγώ
θα διαλείψω
εσύ
θα διαλείψεις
αυτός
θα διαλείψει
εμείς
θα διαλείψουμε
εσείς
θα διαλείψετε
αυτοί
θα διαλείψουν

Примеры

Ο ομιλητής διαλείπει και κοιτάζει το κοινό.
Оратор делает паузу и смотрит на публику. · The speaker pauses and looks at the audience.
Δεν πρέπει να διαλείπεις την καθημερινή άσκηση.
Не должен пропускать ежедневные тренировки. · You shouldn't skip your daily practice.
Διέλειψε το φαγητό και έφυγε.
Он пропустил еду и уехал. · He skipped the meal and left.