Греческий словарь
с грамматикой

διακύμανση

[ðiakˈimandʒi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
колебание, флуктуация
fluctuation, variation · διακύμανση των τιμών — колебание цен
2
волнение, беспокойство
agitation, disturbance · διακύμανση των συναισθημάτων — волнение чувств

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διακύμανση
вин.
τη διακύμανση
род.
της διακύμανσης
зват.
διακύμανση
Мн. ч.
им.
οι διακυμάνσεις
вин.
τις διακυμάνσεις
род.
των διακυμάνσεων
зват.
διακυμάνσεις

Примеры

Η διακύμανση του ευρώ επηρεάζει τις εξαγωγές.
Колебание курса евро влияет на экспорт. · The euro's fluctuation affects exports.
Παρατηρούμε μεγάλες διακυμάνσεις στα δεδομένα.
Мы наблюдаем значительные колебания в данных. · We observe large variations in the data.
Η διακύμανση της θερμοκρασίας ήταν απρόσμενη.
Колебание температуры было неожиданным. · The temperature variation was unexpected.