Греческий словарь
с грамматикой

διακόσια

[ðjaˈkosja]числительноеB1

Значения

1
двести (согласуется в роде: διακόσιοι άντρες, διακόσιες γυναίκες, διακόσια παιδιά)
two hundred (agrees in gender) · διακόσια χρόνια — двести лет

Грамматика

мужской род
им.
διακόσιοι
вин.
διακόσιους
род.
διακοσίων
женский род
им.
διακόσιες
вин.
διακόσιες
род.
διακοσίων
средний род
им.
διακόσια
вин.
διακόσια
род.
διακοσίων

Примеры

Διακόσια άνθρωποι περίμεναν έξω.
Двести человек ждали снаружи. · Two hundred people were waiting outside.