Греческий словарь
с грамматикой

διακόπτω

[ðiakˈɔpto]глаголB1

Значения

1
прерывать, прерваться
to interrupt, to break off · διακόπτω μια συζήτηση — прерываю разговор
2
прекращать (питание электроэнергией, услугу и т.п.)
to cut off, to disconnect, to suspend (power, service, etc.) · διακόπτω το ρεύμα — прерываю электроток
3
разрывать, расторгать (отношения, связь)
to sever, to break off (relations, ties) · διακόπτω τις σχέσεις — разрываю отношения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διακόπτω
εσύ
διακόπτεις
αυτός
διακόπτει
εμείς
διακόπτουμε
εσείς
διακόπτετε
αυτοί
διακόπτουν
Аорист
εγώ
διέκοψα
εσύ
διέκοψες
αυτός
διέκοψε
εμείς
διακόψαμε
εσείς
διακόψατε
αυτοί
διέκοψαν
Будущее
εγώ
θα διακόψω
εσύ
θα διακόψεις
αυτός
θα διακόψει
εμείς
θα διακόψουμε
εσείς
θα διακόψετε
αυτοί
θα διακόψουν

Примеры

Δε θέλω να διακόψω τη συζήτηση τώρα.
Я не хочу прерывать разговор сейчас. · I don't want to interrupt the conversation now.
Η εταιρεία διέκοψε την παροχή νερού.
Компания прекратила подачу воды. · The company cut off the water supply.
Διακόπτουν τις εργασίες λόγω του καιρού.
Они прерывают работы из-за погоды. · They're suspending work due to the weather.
Αποφάσισε να διακόψει κάθε επαφή με την οικογένεια.
Он решил разорвать все связи с семьёй. · He decided to sever all contact with his family.