διακριτικότητα
[ðiakɾitiˈkɔtita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
дискретность, отдельность, самостоятельность (особенно в контексте независимости составных частей)
discreteness, separateness, distinctness; the quality of being discrete or separate · η διακριτικότητα των στοιχείων — самостоятельность элементов
2
деликатность, тактичность, осторожность в поведении
discretion, tact, restraint in behaviour · δείχνει διακριτικότητα — проявляет тактичность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διακριτικότητα
вин.
την διακριτικότητα
род.
της διακριτικότητας
зват.
διακριτικότητα
Мн. ч.
им.
οι διακριτικότητες
вин.
τις διακριτικότητες
род.
των διακριτικοτήτων
зват.
διακριτικότητες
Примеры
Η διακριτικότητα των κομματιών διευκολύνει την ανάλυση.
Дискретность частиц облегчает анализ. · The discreteness of the particles facilitates analysis.
Δείχνει μεγάλη διακριτικότητα στις προσωπικές συζητήσεις.
Он проявляет большую деликатность в личных беседах. · He shows great discretion in personal conversations.
Η διακριτικότητα του απέναντι συνθέτη είναι αξιοσημείωτη.
Тактичность его собеседника достойна внимания. · His interlocutor's restraint is noteworthy.