διακριτικός
[ðiakɾiˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
сдержанный, тактичный, деликатный
discreet, tactful, unobtrusive · άνθρωπος διακριτικός — деликатный человек
2
различительный, служащий для различения
distinctive, serving to distinguish · διακριτικά σημάδια — отличительные признаки
Грамматика
мужской род
им.
διακριτικός
вин.
διακριτικό
род.
διακριτικού
зват.
διακριτικέ
женский род
им.
διακριτική
вин.
διακριτική
род.
διακριτικής
зват.
διακριτική
средний род
им.
διακριτικό
вин.
διακριτικό
род.
διακριτικού
зват.
διακριτικό
Примеры
Ήταν πολύ διακριτικός και δεν έκανε ερωτήσεις.
Он был очень деликатен и не задавал вопросов. · He was very discreet and didn't ask questions.
Έφερε διακριτικά ρούχα στην επίσημη δεξίωση.
Она надела сдержанное платье на официальный приём. · She wore an understated dress to the formal reception.
Τα διακριτικά χαρακτηριστικά του είδους ήταν σαφή.
Отличительные признаки этого вида были ясны. · The distinctive features of the species were clear.