Греческий словарь
с грамматикой

διακρίνω

[ðiakˈrino]глаголB1

Значения

1
различать, отличать, видеть разницу
to distinguish, to tell apart, to differentiate · διακρίνω το καλό από το κακό — различать добро и зло
2
дискриминировать, относиться предвзято
to discriminate against, to treat unfairly · διακρίνω κάποιον λόγω του χρώματος — дискриминировать кого-то по цвету кожи
3
разглядывать, видеть ясно
to discern, to perceive clearly · διακρίνω μια φιγούρα στο σκοτάδι — различить фигуру в темноте

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διακρίνω
εσύ
διακρίνεις
αυτός
διακρίνει
εμείς
διακρίνουμε
εσείς
διακρίνετε
αυτοί
διακρίνουν
Аорист
εγώ
διέκρινα
εσύ
διέκρινες
αυτός
διέκρινε
εμείς
διακρίναμε
εσείς
διακρίνατε
αυτοί
διέκριναν
Будущее
εγώ
θα διακρίνω
εσύ
θα διακρίνεις
αυτός
θα διακρίνει
εμείς
θα διακρίνουμε
εσείς
θα διακρίνετε
αυτοί
θα διακρίνουν

Примеры

Δεν μπορώ να διακρίνω τα πρόσωπα στη φωτογραφία.
Я не могу различить лица на фотографии. · I cannot make out the faces in the photograph.
Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τα γεγονότα από τις απόψεις.
Важно различать факты и мнения. · It is important to distinguish facts from opinions.
Ο νόμος δεν πρέπει να διακρίνει κανέναν λόγω της θρησκείας του.
Закон не должен дискриминировать людей по их религии. · The law should not discriminate against anyone based on their religion.
Διέκρινε μια φιγούρα που πλησίαζε από το σκοτάδι.
Он различил фигуру, которая приближалась из темноты. · He discerned a figure approaching from the darkness.