Греческий словарь
с грамматикой

διακοσμημένος

[ðiakozˈmimenos]прилагательноеB2

Значения

1
украшенный, декорированный
decorated, adorned · διακοσμημένο δωμάτιο — украшенная комната
2
нарядный, элегантно оформленный
stylishly arranged, elegantly furnished · διακοσμημένο εστιατόριο — нарядный ресторан

Грамматика

мужской род
им.
διακοσμημένος
вин.
διακοσμημένο
род.
διακοσμημένου
зват.
διακοσμημένε
женский род
им.
διακοσμημένη
вин.
διακοσμημένη
род.
διακοσμημένης
зват.
διακοσμημένη
средний род
им.
διακοσμημένο
вин.
διακοσμημένο
род.
διακοσμημένου
зват.
διακοσμημένο

Примеры

Το διακοσμημένο σαλόνι ήταν πραγματικά εντυπωσιακό.
Украшенная гостиная была действительно впечатляющей. · The decorated living room was truly impressive.
Η νύφη φορούσε ένα διακοσμημένο νυφικό με χάντρες.
Невеста носила украшенное свадебное платье с бусинами. · The bride wore a decorated wedding dress with beads.
Οι διακοσμημένοι τοίχοι της εκκλησίας άρεσαν σε όλους.
Украшенные стены церкви всем нравились. · The decorated walls of the church pleased everyone.
Ένα διακοσμημένο κέικ ήταν το κέντρο του τραπεζιού.
Украшенный торт был центром стола. · A decorated cake was the centerpiece of the table.