Греческий словарь
с грамматикой

διακινδυνεύω

[diakindineˈvo]глаголC1

Значения

1
рисковать, подвергаться опасности, идти на риск
to risk, to venture, to expose oneself to danger · διακινδυνεύει τη ζωή του — рискует своей жизнью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διακινδυνεύω
εσύ
διακινδυνεύεις
αυτός
διακινδυνεύει
εμείς
διακινδυνεύουμε
εσείς
διακινδυνεύετε
αυτοί
διακινδυνεύουν
Аорист
εγώ
διακινδύνευσα
εσύ
διακινδύνευσες
αυτός
διακινδύνευσε
εμείς
διακινδυνέψαμε
εσείς
διακινδυνέψατε
αυτοί
διακινδύνευσαν
Будущее
εγώ
θα διακινδυνεύω
εσύ
θα διακινδυνεύεις
αυτός
θα διακινδυνεύει
εμείς
θα διακινδυνεύουμε
εσείς
θα διακινδυνεύετε
αυτοί
θα διακινδυνεύουν

Примеры

Ο δύτης διακινδυνεύει τη ζωή του για να βρει τον θησαυρό.
Водолаз рискует своей жизнью, чтобы найти сокровище. · The diver risks his life to find the treasure.
Διακινδύνευσαν τα πάντα για το όνειρό τους.
Они рискнули всем ради своей мечты. · They ventured everything for their dream.
Μην διακινδυνεύεις τη δουλειά σου με αυτές τις αποφάσεις.
Не рискуй своей работой такими решениями. · Don't jeopardise your job with such decisions.