διακεκριμένος
[ðiakekɾiˈmenos]прилагательноеC1
Значения
1
выдающийся, отличающийся, замечательный
distinguished, eminent, remarkable · διακεκριμένος καθηγητής — выдающийся профессор
2
хорошо воспитанный, вежливый, деликатный
refined, well-mannered, genteel · διακεκριμένη συμπεριφορά — изысканное поведение
Грамматика
мужской род
им.
διακεκριμένος
вин.
διακεκριμένο
род.
διακεκριμένου
зват.
διακεκριμένε
женский род
им.
διακεκριμένη
вин.
διακεκριμένη
род.
διακεκριμένης
зват.
διακεκριμένη
средний род
им.
διακεκριμένο
вин.
διακεκριμένο
род.
διακεκριμένου
зват.
διακεκριμένο
Примеры
Ο διακεκριμένος επιστήμονας έδωσε διάλεξη στο πανεπιστήμιο.
Выдающийся учёный прочитал лекцию в университете. · The eminent scientist gave a lecture at the university.
Η διακεκριμένη κυρία φορούσε κομψό φόρεμα.
Вежливая женщина была одета в элегантное платье. · The refined lady wore an elegant dress.
Τα διακεκριμένα μέλη της κοινωνίας συγκεντρώθηκαν για το γεύμα.
Выдающиеся члены общества собрались на обед. · Distinguished members of society gathered for the meal.
Είναι γνωστός για τη διακεκριμένη του συμπεριφορά.
Он известен своим благородным поведением. · He is known for his distinguished demeanour.