Греческий словарь
с грамматикой

διαιτητής

[ðiɛˈθiti]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
судья (в спорте)
referee (in sports) · ο διαιτητής του αγώνα — судья матча
2
арбитр, третейский судья
arbitrator, arbiter · διαιτητής σε διαφορά — арбитр в споре

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διαιτητής
вин.
τον διαιτητή
род.
του διαιτητή
зват.
διαιτητή
Мн. ч.
им.
οι διαιτητές
вин.
τους διαιτητές
род.
των διαιτητών
зват.
διαιτητές

Примеры

Ο διαιτητής έδωσε κίτρινη κάρτα.
Судья вынес жёлтую карточку. · The referee gave him a yellow card.
Οι διαιτητές έχουν δύσκολη δουλειά.
У судей сложная работа. · Referees have a difficult job.
Καλώς ήρθες, διαιτητή, στο στάδιο!
Добро пожаловать, судья, на стадион! · Welcome, referee, to the stadium!
Ο διαιτητής της διαφοράς ήταν αμερόληπτος.
Арбитр в споре был беспристрастен. · The arbitrator in the dispute was impartial.