διαισθητικός
[ðjesθitiˈkos]прилагательноеC1
Значения
1
интуитивный, основанный на интуиции
intuitive, based on intuition · διαισθητική γνώση — интуитивное знание
2
чувственный, инстинктивный
instinctive, gut-level · διαισθητική αντίδραση — инстинктивная реакция
Грамматика
мужской род
им.
διαισθητικός
вин.
διαισθητικό
род.
διαισθητικού
зват.
διαισθητικέ
женский род
им.
διαισθητική
вин.
διαισθητική
род.
διαισθητικής
зват.
διαισθητική
средний род
им.
διαισθητικό
вин.
διαισθητικό
род.
διαισθητικού
зват.
διαισθητικό
Примеры
Η διαισθητική κρίση του βοήθησε να αποφύγει το λάθος.
Его интуитивное суждение помогло ему избежать ошибки. · His intuitive judgment helped him avoid the mistake.
Έχει διαισθητικό αισθηματισμό για τα προβλήματα του κόσμου.
У него есть инстинктивная чувствительность к проблемам мира. · He has an instinctive sensitivity to the world's problems.
Οι διαισθητικές αποφάσεις δεν είναι πάντα σωστές.
Интуитивные решения не всегда верны. · Intuitive decisions are not always right.