Греческий словарь
с грамматикой

διαισθάνομαι

[ðiɛsˈθanomɛ]глаголB2

Значения

1
чувствовать, ощущать (интуитивно)
to sense, to perceive intuitively, to have a feeling about something · διαισθάνομαι κάτι κακό — предчувствовать что-то плохое
2
угадывать, догадываться
to guess, to infer, to read between the lines · διαισθάνομαι τις προθέσεις σας — угадываю ваши намерения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαισθάνομαι
εσύ
διαισθάνεσαι
αυτός
διαισθάνεται
εμείς
διαισθανόμαστε
εσείς
διαισθάνεστε
αυτοί
διαισθάνονται
Аорист
εγώ
διαισθάνθηκα
εσύ
διαισθάνθηκες
αυτός
διαισθάνθηκε
εμείς
διαισθανθήκαμε
εσείς
διαισθανθήκατε
αυτοί
διαισθάνθηκαν
Будущее
εγώ
θα διαισθανθώ
εσύ
θα διαισθανθείς
αυτός
θα διαισθανθεί
εμείς
θα διαισθανθούμε
εσείς
θα διαισθανθείτε
αυτοί
θα διαισθανθούν

Примеры

Διαισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά.
Я чувствую, что что-то не так. · I sense that something is wrong.
Διαισθάνθηκα την αγάπη της από το βλέμμα της.
Я почувствовал её любовь в её взгляде. · I sensed her love from her gaze.
Διαισθάνεσαι πάντα τι σκέφτονται οι άλλοι;
Ты всегда угадываешь, о чём думают другие? · Do you always perceive what others are thinking?
Θα διαισθανθώ αν με λέει την αλήθεια.
Я почувствую, говорит ли мне правду. · I'll sense if he's telling me the truth.