Греческий словарь
с грамматикой

διαιρώ

[ðiɛˈro]глаголB1

Значения

1
делить, разделять
divide, split · διαιρώ το κέικ σε κομμάτια — разделяю торт на части
2
разделять (мнения, людей)
divide, cause disagreement · η πολιτική διαιρεί τους ανθρώπους — политика разделяет людей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαιρώ
εσύ
διαιρείς
αυτός
διαιρεί
εμείς
διαιρούμε
εσείς
διαιρείτε
αυτοί
διαιρούν
Аорист
εγώ
διαίρεσα
εσύ
διαίρεσες
αυτός
διαίρεσε
εμείς
διαιρέσαμε
εσείς
διαιρέσατε
αυτοί
διαίρεσαν
Будущее
εγώ
θα διαιρέσω
εσύ
θα διαιρέσεις
αυτός
θα διαιρέσει
εμείς
θα διαιρέσουμε
εσείς
θα διαιρέσετε
αυτοί
θα διαιρέσουν

Примеры

Διαίρεσε το μήλο σε δύο ίσα μέρη.
Он разделил яблоко на две равные части. · He divided the apple into two equal parts.
Τα διαφορετικά πολιτικά κόμματα διαιρούν την κοινωνία.
Различные политические партии раскалывают общество. · Different political parties divide society.
Θα διαιρέσουμε τις δαπάνες μεταξύ μας.
Мы разделим расходы поровну. · We will split the costs between us.
Η χώρα είναι διαιρεμένη σε περιφέρειες.
Страна разделена на регионы. · The country is divided into regions.