διαιρέτης
[ðjeˈretis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
делитель (число, на которое делится другое число без остатка)
divisor (a number that divides another number exactly) · ο διαιρέτης του 12 — делитель числа 12
2
тот, кто делит, распределяет
one who divides or distributes · ο διαιρέτης της περιουσίας — тот, кто делит имущество
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διαιρέτης
вин.
τον διαιρέτη
род.
του διαιρέτη
зват.
διαιρέτη
Мн. ч.
им.
οι διαιρέτες
вин.
τους διαιρέτες
род.
των διαιρετών
зват.
διαιρέτες
Примеры
Το 3 είναι διαιρέτης του 15.
3 — делитель числа 15. · 3 is a divisor of 15.
Οι διαιρέτες του 20 είναι 1, 2, 4, 5, 10 και 20.
Делители числа 20 — это 1, 2, 4, 5, 10 и 20. · The divisors of 20 are 1, 2, 4, 5, 10, and 20.
Ο διαιρέτης της κληρονομιάς πρέπει να είναι δίκαιος.
Тот, кто делит наследство, должен быть справедлив. · The one dividing the inheritance must be fair.