διαθεσιμότητα
[ðiathesiˈmotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
доступность, наличие
availability, accessibility · η διαθεσιμότητα των θέσεων — доступность мест
2
готовность, предрасположенность
willingness, readiness · διαθεσιμότητα να βοηθήσει — готовность помочь
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διαθεσιμότητα
вин.
την διαθεσιμότητα
род.
της διαθεσιμότητας
зват.
διαθεσιμότητα
Мн. ч.
им.
οι διαθεσιμότητες
вин.
τις διαθεσιμότητες
род.
των διαθεσιμοτήτων
зват.
διαθεσιμότητες
Примеры
Η διαθεσιμότητα των δωματίων είναι περιορισμένη τώρα.
Доступность номеров ограничена в данный момент. · The availability of rooms is limited right now.
Χάρη στη διαθεσιμότητά του, το έργο ολοκληρώθηκε γρήγορα.
Благодаря его готовности, работа быстро завершилась. · Thanks to his willingness, the project was completed quickly.
Ελέγξτε τη διαθεσιμότητα του προϊόντος στο κατάστημα.
Проверьте наличие товара в магазине. · Check the availability of the product in the store.
Οι διαθεσιμότητες των υπηρεσιών αναφέρονται στον ιστότοπο.
Доступность услуг указана на веб-сайте. · The availability of services is listed on the website.