Греческий словарь
с грамматикой

διαθέτω

[ðiaˈθeto]глаголB1

Значения

1
располагать, иметь в своём распоряжении
to have at one's disposal, to possess · διαθέτω χρόνο για σας — у меня есть время для вас
2
настраивать, приводить в определённое состояние
to dispose, to put in a certain mood or state · διαθέτω καλή διάθεση — быть в хорошем настроении
3
размещать, устраивать
to arrange, to deploy, to place · διαθέτω τις δυνάμεις — развертывать войска

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαθέτω
εσύ
διαθέτεις
αυτός
διαθέτει
εμείς
διαθέτουμε
εσείς
διαθέτετε
αυτοί
διαθέτουν
Аорист
εγώ
διέθεσα
εσύ
διέθεσες
αυτός
διέθεσε
εμείς
διαθέσαμε
εσείς
διαθέσατε
αυτοί
διέθεσαν
Будущее
εγώ
θα διαθέσω
εσύ
θα διαθέσεις
αυτός
θα διαθέσει
εμείς
θα διαθέσουμε
εσείς
θα διαθέσετε
αυτοί
θα διαθέσουν

Примеры

Δεν διαθέτω αρκετά χρήματα τώρα.
У меня сейчас нет достаточно денег. · I don't have enough money right now.
Η εταιρεία διαθέτει εξαιρετικές υπηρεσίες.
Компания предлагает отличные услуги. · The company offers excellent services.
Διέθεσαν τις δυνάμεις τους σε διάφορα σημεία.
Они развернули свои силы в разных местах. · They deployed their forces at various points.
Ο καθηγητής διαθέτει μεγάλη γνώση.
Учитель обладает большими знаниями. · The teacher possesses extensive knowledge.