διαζύγιο
[ðiaˈziʝio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
развод (расторжение брака)
divorce · το διαζύγιο των γονιών — развод родителей
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διαζύγιο
вин.
το διαζύγιο
род.
του διαζυγίου
зват.
διαζύγιο
Мн. ч.
им.
τα διαζύγια
вин.
τα διαζύγια
род.
των διαζυγίων
зват.
διαζύγια
Примеры
Το διαζύγιό τους ήταν πολύ δύσκολο.
Их развод был очень тяжелым. · Their divorce was very difficult.
Μετά το διαζύγιο, ζούσε μόνη.
После развода она жила одна. · After the divorce, she lived alone.
Υπέγραψαν τα έγγραφα του διαζυγίου.
Они подписали документы о разводе. · They signed the divorce papers.