διαδρομή
[ðiaˈðromi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
маршрут, путь следования
route, journey, path · η διαδρομή του λεωφορείου — маршрут автобуса
2
дорога, трасса (расстояние)
distance travelled, stretch of road · μια μεγάλη διαδρομή — дальний путь
3
ход, развитие (переносно)
course, progression (figurative) · η διαδρομή της ζωής — ход жизни
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διαδρομή
вин.
τη διαδρομή
род.
της διαδρομής
зват.
διαδρομή
Мн. ч.
им.
οι διαδρομές
вин.
τις διαδρομές
род.
των διαδρομών
зват.
διαδρομές
Примеры
Η διαδρομή του τρένου διαρκεί πέντε ώρες.
Путь поезда длится пять часов. · The train journey lasts five hours.
Ποια είναι η συντομότερη διαδρομή προς το νοσοκομείο;
Какой самый короткий маршрут до больницы? · What is the shortest route to the hospital?
Οι διαδρομές του λεωφορείου αλλάζουν το καλοκαίρι.
Маршруты автобуса меняются летом. · The bus routes change in summer.
Ακολούθησε μια δύσκολη διαδρομή στην καριέρα του.
Он прошел трудный путь в карьере. · He followed a difficult career path.