Греческий словарь
с грамматикой

διαδραματίζω

[ðiaðramaˈtizo]глаголB2

Значения

1
разыгрывать, исполнять (роль, сценарий)
to perform, to act out (a role, a script) · διαδραματίζω έναν ρόλο — разыгрываю роль
2
разворачиваться, происходить (о событиях)
to unfold, to take place (of events) · τα γεγονότα διαδραματίζονται — события разворачиваются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαδραματίζω
εσύ
διαδραματίζεις
αυτός
διαδραματίζει
εμείς
διαδραματίζουμε
εσείς
διαδραματίζετε
αυτοί
διαδραματίζουν
Аорист
εγώ
διαδραμάτισα
εσύ
διαδραμάτισες
αυτός
διαδραμάτισε
εμείς
διαδραματίσαμε
εσείς
διαδραματίσατε
αυτοί
διαδραμάτισαν
Будущее
εγώ
θα διαδραματίσω
εσύ
θα διαδραματίσεις
αυτός
θα διαδραματίσει
εμείς
θα διαδραματίσουμε
εσείς
θα διαδραματίσετε
αυτοί
θα διαδραματίσουν

Примеры

Ο ηθοποιός διαδραμάτισε τον ρόλο με μεγάλη δυναμική.
Актер исполнил роль с большой энергией. · The actor performed the role with great vigor.
Τα ιστορικά γεγονότα διαδραματίζονται σε αυτό το μυθιστόρημα.
Исторические события разворачиваются в этом романе. · The historical events unfold in this novel.
Διαδραματίζουν μια σκηνή από το έργο του Σοφοκλή.
Они инсценируют сцену из произведения Софокла. · They are staging a scene from Sophocles' play.