Греческий словарь
с грамматикой

διαδικτυακός

[ðiaðiktiaˈkos]прилагательноеB1

Значения

1
интернет-; относящийся к интернету
internet; relating to the internet · διαδικτυακή σελίδα — веб-страница
2
онлайн
online · διαδικτυακή τάξη — онлайн-класс

Грамматика

мужской род
им.
διαδικτυακός
вин.
διαδικτυακό
род.
διαδικτυακού
зват.
διαδικτυακέ
женский род
им.
διαδικτυακή
вин.
διαδικτυακή
род.
διαδικτυακής
зват.
διαδικτυακή
средний род
им.
διαδικτυακό
вин.
διαδικτυακό
род.
διαδικτυακού
зват.
διαδικτυακό

Примеры

Η διαδικτυακή σύνδεση είναι πολύ γρήγορη σήμερα.
Интернет-соединение сегодня очень быстрое. · The internet connection is very fast today.
Παίρνουμε μαθήματα διαδικτυακά κάθε πρωί.
Мы берём уроки онлайн каждое утро. · We take lessons online every morning.
Τα διαδικτυακά καταστήματα προσφέρουν καλές τιμές.
Интернет-магазины предлагают хорошие цены. · Online shops offer good prices.
Ψάχνω έναν διαδικτυακό δημοσιογράφο για το έργο.
Ищу веб-журналиста для проекта. · I'm looking for a web journalist for the project.