Греческий словарь
с грамматикой

διαδικασία

[ðiːaˈðikaˈsia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
процедура, процесс
procedure, process · η διαδικασία της εγκρίσεως — процесс одобрения
2
судебное разбирательство, судебный процесс
legal proceedings, lawsuit · μια διαδικασία στο δικαστήριο — судебное разбирательство в суде

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαδικασία
вин.
την διαδικασία
род.
της διαδικασίας
зват.
διαδικασία
Мн. ч.
им.
οι διαδικασίες
вин.
τις διαδικασίες
род.
των διαδικασιών
зват.
διαδικασίες

Примеры

Η διαδικασία εγγραφής είναι απλή και γρήγορη.
Процедура регистрации простая и быстрая. · The registration procedure is simple and quick.
Πρέπει να ακολουθήσουμε τη σωστή διαδικασία.
Мы должны следовать правильной процедуре. · We must follow the correct procedure.
Η διαδικασία έναρξης της δίκης διήρκεσε τρεις μήνες.
Судебное разбирательство началось три месяца назад. · The legal proceedings began three months ago.
Αυτές οι διαδικασίες απαιτούν πολλά έγγραφα.
Эти процедуры требуют много документов. · These procedures require many documents.