Греческий словарь
с грамматикой

διαδηλώνω

[ðjaðiˈlono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
демонстрировать, устраивать демонстрацию (в знак протеста)
to demonstrate, to stage a protest · διαδηλώνουν κατά της κυβέρνησης — демонстрируют против правительства
2
выражать мнение, занимать позицию
to express one's stance, to take a position · διαδήλωσε την άποψή του — высказал своё мнение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαδηλώνω
εσύ
διαδηλώνεις
αυτός
διαδηλώνει
εμείς
διαδηλώνουμε
εσείς
διαδηλώνετε
αυτοί
διαδηλώνουν
Аорист
εγώ
διαδήλωσα
εσύ
διαδήλωσες
αυτός
διαδήλωσε
εμείς
διαδηλώσαμε
εσείς
διαδηλώσατε
αυτοί
διαδήλωσαν
Будущее
εγώ
θα διαδηλώσω
εσύ
θα διαδηλώσεις
αυτός
θα διαδηλώσει
εμείς
θα διαδηλώσουμε
εσείς
θα διαδηλώσετε
αυτοί
θα διαδηλώσουν

Примеры

Οι εργάτες διαδηλώνουν για τους μισθούς τους.
Рабочие протестуют из-за своей зарплаты. · The workers are demonstrating over their wages.
Χθες διαδήλωσαν χιλιάδες άνθρωποι στην πλατεία.
Вчера на площади демонстрировали тысячи людей. · Yesterday thousands of people staged a protest in the square.
Θα διαδηλώσουμε κατά της νέας νομοθεσίας.
Мы будем протестовать против нового закона. · We will protest against the new legislation.
Διαδήλωνε τη στήριξή του στο κίνημα.
Он выражал свою поддержку движению. · He expressed his support for the movement.