διαδηλωτής
[ðiaðiloˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
участник демонстрации, демонстрант
demonstrator, protest participant · άνθρωπος που διαδηλώνει — человек, который демонстрирует
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διαδηλωτής
вин.
τον διαδηλωτή
род.
του διαδηλωτή
зват.
διαδηλωτή
Мн. ч.
им.
οι διαδηλωτές
вин.
τους διαδηλωτές
род.
των διαδηλωτών
зват.
διαδηλωτές
Примеры
Χιλιάδες διαδηλωτές κατέβηκαν στους δρόμους.
Тысячи демонстрантов вышли на улицы. · Thousands of demonstrators took to the streets.
Ο διαδηλωτής φέρει ένα πανό με το σύνθημα.
Демонстрант держит плакат с лозунгом. · The demonstrator is holding a banner with a slogan.
Η αστυνομία έκανε έλεγχο των διαδηλωτών.
Полиция проверила демонстрантов. · The police checked the protesters.