διαδίκτυο
[ðiaˈðiktio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
интернет, всемирная сеть
the internet, the world wide web · σύνδεση στο διαδίκτυο — подключение в интернет
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διαδίκτυο
вин.
το διαδίκτυο
род.
του διαδικτύου
зват.
διαδίκτυο
Мн. ч.
им.
τα διαδίκτυα
вин.
τα διαδίκτυα
род.
των διαδικτύων
зват.
διαδίκτυα
Примеры
Ο Γιάννης ψάχνει πληροφορίες στο διαδίκτυο.
Яннис ищет информацию в интернете. · Yannis is searching for information on the internet.
Η σύνδεση του διαδικτύου είναι πολύ αργή σήμερα.
Интернет-соединение сегодня очень медленное. · The internet connection is very slow today.
Χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο για την εργασία και την εκπαίδευση.
Мы используем интернет для работы и обучения. · We use the internet for work and education.
Τα παιδιά περνούν πολλές ώρες στα διαδίκτυα.
Дети проводят много времени в интернете. · Children spend many hours on the internet.