Греческий словарь
с грамматикой

διαδίδω

[ðiaˈðiðo]глаголB2

Значения

1
распространять, передавать (информацию, болезнь, идею)
spread, transmit, disseminate (information, disease, idea) · διαδίδω τις ειδήσεις — распространяю новости
2
распространяться, передаваться (о болезни, идее)
spread, be transmitted (of disease, idea) · το ιός διαδίδεται γρήγορα — вирус быстро распространяется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαδίδω
εσύ
διαδίδεις
αυτός
διαδίδει
εμείς
διαδίδουμε
εσείς
διαδίδετε
αυτοί
διαδίδουν
Аорист
εγώ
διάδωσα
εσύ
διάδωσες
αυτός
διάδωσε
εμείς
διαδώσαμε
εσείς
διαδώσατε
αυτοί
διάδωσαν
Будущее
εγώ
θα διαδώσω
εσύ
θα διαδώσεις
αυτός
θα διαδώσει
εμείς
θα διαδώσουμε
εσείς
θα διαδώσετε
αυτοί
θα διαδώσουν

Примеры

Ο ιός διαδίδεται μέσω της αναπνοής.
Вирус передаётся воздушно-капельным путём. · The virus is transmitted through respiration.
Τα ψέματα διαδίδονται πολύ γρήγορα στα κοινωνικά δίκτυα.
Ложь распространяется очень быстро в социальных сетях. · Lies spread very quickly on social media.
Διάδωσε την είδηση σε όλους τους φίλους του.
Он распространил новость среди всех своих друзей. · He spread the news to all his friends.
Πώς διαδίδεται η ασθένεια αυτή;
Как передаётся это заболевание? · How is this disease transmitted?