διαγωνισμός
[ðiaɣoniˈzmos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
конкурс, соревнование
competition, contest · διαγωνισμός τραγουδιού — песенный конкурс
2
конкурсный отбор, экзамен на должность
competitive examination, civil service exam · διαγωνισμός για δάσκαλο — конкурс на должность учителя
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διαγωνισμός
вин.
τον διαγωνισμό
род.
του διαγωνισμού
зват.
διαγωνισμέ
Мн. ч.
им.
οι διαγωνισμοί
вин.
τους διαγωνισμούς
род.
των διαγωνισμών
зват.
διαγωνισμοί
Примеры
Συμμετέχει στον διαγωνισμό της Eurovision κάθε χρόνο.
Каждый год он участвует в конкурсе Евровидения. · He participates in the Eurovision competition every year.
Ο διαγωνισμός για δάσκαλο ήταν πολύ δύσκολος.
Конкурс на должность учителя был очень сложным. · The teaching examination was very difficult.
Τα παιδιά κέρδισαν τον σχολικό διαγωνισμό.
Дети выиграли школьный конкурс. · The children won the school competition.