διαγνώνω
[ðjaˈɣnono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
диагностировать, определять по признакам
to diagnose, to identify by examination · ο γιατρός διαγνώνει την ασθένεια — врач диагностирует болезнь
2
распознавать, обнаруживать
to recognize, to detect · διαγνώνω ένα προβλήμα — распознаю проблему
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διαγνώνω
εσύ
διαγνώνεις
αυτός
διαγνώνει
εμείς
διαγνώνουμε
εσείς
διαγνώνετε
αυτοί
διαγνώνουν
Аорист
εγώ
διέγνωσα
εσύ
διέγνωσες
αυτός
διέγνωσε
εμείς
διεγνώσαμε
εσείς
διεγνώσατε
αυτοί
διέγνωσαν
Будущее
εγώ
θα διαγνώσω
εσύ
θα διαγνώσεις
αυτός
θα διαγνώσει
εμείς
θα διαγνώσουμε
εσείς
θα διαγνώσετε
αυτοί
θα διαγνώσουν
Примеры
Ο γιατρός διέγνωσε τη νόσο αμέσως.
Врач сразу же диагностировал заболевание. · The doctor diagnosed the disease immediately.
Το σύστημα διαγνώνει τα προβλήματα του υπολογιστή.
Система распознаёт проблемы компьютера. · The system detects the computer's problems.
Θα διαγνώσουν την αιτία του πόνου.
Они установят причину боли. · They will determine the cause of the pain.