Греческий словарь
с грамматикой

διαγνωστικός

[ðiaɣnosˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
диагностический, служащий для диагностики
diagnostic, used for diagnosis · διαγνωστικό τεστ — диагностический тест
2
диагностический, характерный, показательный
characteristic, indicative, telling · διαγνωστικό σημάδι — характерный признак

Грамматика

мужской род
им.
διαγνωστικός
вин.
διαγνωστικό
род.
διαγνωστικού
зват.
διαγνωστικέ
женский род
им.
διαγνωστική
вин.
διαγνωστική
род.
διαγνωστικής
зват.
διαγνωστική
средний род
им.
διαγνωστικό
вин.
διαγνωστικό
род.
διαγνωστικού
зват.
διαγνωστικό

Примеры

Το διαγνωστικό κέντρο είναι κλειστό σήμερα.
Диагностический центр закрыт сегодня. · The diagnostic centre is closed today.
Χρειάζεται διαγνωστική εξέταση για να καταλάβουμε το πρόβλημα.
Нужно провести диагностическое обследование, чтобы понять проблему. · We need a diagnostic examination to understand the problem.
Τα διαγνωστικά αποτελέσματα έδειξαν το αίτιο της ασθένειας.
Диагностические результаты показали причину болезни. · The diagnostic results revealed the cause of the disease.
Είναι διαγνωστικό σημάδι της περιόδου αυτής.
Это показательный признак этого периода. · It's a telling sign of that era.