Греческий словарь
с грамматикой

διαγιγνώσκω

[ðiaɣiɣˈnosko]глаголC1

Значения

1
различать, распознавать, отличать
to distinguish, to discern, to tell apart · διαγιγνώσκω το σωστό από το λάθος — различаю правильное от неправильного
2
судить, выносить решение
to judge, to decide, to determine · οι δικαστές διαγιγνώσκουν την υπόθεση — судьи разбирают дело

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαγιγνώσκω
εσύ
διαγιγνώσκεις
αυτός
διαγιγνώσκει
εμείς
διαγιγνώσκουμε
εσείς
διαγιγνώσκετε
αυτοί
διαγιγνώσκουν
Аорист
εγώ
διέγνων
εσύ
διέγνως
αυτός
διέγνω
εμείς
διέγνωμεν
εσείς
διέγνωτε
αυτοί
διέγνωσαν
Будущее
εγώ
θα διαγνώσω
εσύ
θα διαγνώσεις
αυτός
θα διαγνώσει
εμείς
θα διαγνώσουμε
εσείς
θα διαγνώσετε
αυτοί
θα διαγνώσουν

Примеры

Ο γιατρός διαγιγνώσκει την ασθένεια από τα συμπτώματα.
Врач распознаёт болезнь по симптомам. · The doctor diagnoses the disease from the symptoms.
Δύσκολο είναι να διαγιγνώσκουμε τα αληθινά κίνητρα των ανθρώπων.
Трудно различить истинные мотивы людей. · It is hard to discern people's true motives.
Οι δικαστές θα διαγνώσουν τη δικαιοσύνη της υπόθεσης.
Судьи определят справедливость дела. · The judges will determine the justice of the case.