Греческий словарь
с грамматикой

διαβολικός

[ðiavɔliˈkɔs]прилагательноеB2

Значения

1
дьявольский, демонический
devilish, demonic · διαβολικές δυνάμεις — дьявольские силы
2
злой, коварный, жестокий
evil, wicked, cruel · διαβολικό σχέδιο — коварный план

Грамматика

мужской род
им.
διαβολικός
вин.
διαβολικό
род.
διαβολικού
зват.
διαβολικέ
женский род
им.
διαβολική
вин.
διαβολική
род.
διαβολικής
зват.
διαβολική
средний род
им.
διαβολικό
вин.
διαβολικό
род.
διαβολικού
зват.
διαβολικό

Примеры

Αυτό το διαβολικό σχέδιο δεν θα πετύχει.
Этот коварный план не удастся. · This wicked plan will not succeed.
Έχει διαβολική ικανότητα να ψεύδεται.
У него есть дьявольская способность лгать. · He has a devilish talent for lying.
Οι διαβολικές δυνάμεις απειλούν τον κόσμο.
Дьявольские силы грозят миру. · Demonic forces threaten the world.
Με διαβολική χαμογελιά κοίταζε τα θύματά του.
С зловещей улыбкой смотрел на своих жертв. · With an evil smile he gazed at his victims.