Греческий словарь
с грамматикой

διαβεβαιώνω

[ðiavevɛˈo̞nɔ]глаголB2

Значения

1
уверять, убеждать, заверять
to assure, to convince, to confirm · διαβεβαιώνω κάποιον ότι είναι αληθές — уверяю кого-то, что это правда
2
подтверждать, гарантировать
to guarantee, to warrant · διαβεβαιώνω την ποιότητα — гарантирую качество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαβεβαιώνω
εσύ
διαβεβαιώνεις
αυτός
διαβεβαιώνει
εμείς
διαβεβαιώνουμε
εσείς
διαβεβαιώνετε
αυτοί
διαβεβαιώνουν
Аорист
εγώ
διαβεβαίωσα
εσύ
διαβεβαίωσες
αυτός
διαβεβαίωσε
εμείς
διαβεβαιώσαμε
εσείς
διαβεβαιώσατε
αυτοί
διαβεβαίωσαν
Будущее
εγώ
θα διαβεβαιώσω
εσύ
θα διαβεβαιώσεις
αυτός
θα διαβεβαιώσει
εμείς
θα διαβεβαιώσουμε
εσείς
θα διαβεβαιώσετε
αυτοί
θα διαβεβαιώσουν

Примеры

Σας διαβεβαιώνω ότι όλα θα πάνε καλά.
Уверяю вас, что всё будет хорошо. · I assure you that everything will be fine.
Ο πωλητής διαβεβαιώνει την ποιότητα του προϊόντος.
Продавец гарантирует качество товара. · The seller guarantees the quality of the product.
Διαβεβαίωσα τον φίλο μου ότι δεν είμαι θυμωμένος.
Я заверил своего друга, что я не сержусь. · I assured my friend that I was not angry.
Θα διαβεβαιώσουμε την εταιρεία για την ασφάλεια των δεδομένων.
Мы гарантируем компании безопасность данных. · We will assure the company of data security.