διαβατήριο
[ðjaβaˈtirio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
паспорт
passport · έγγραφο για ταξίδια — документ для путешествий
2
пропуск, удостоверение
pass, permit · έγγραφο εισόδου — документ для входа
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διαβατήριο
вин.
το διαβατήριο
род.
του διαβατηρίου
зват.
διαβατήριο
Мн. ч.
им.
τα διαβατήρια
вин.
τα διαβατήρια
род.
των διαβατηρίων
зват.
διαβατήρια
Примеры
Πρέπει να έχεις το διαβατήριό σου στο αεροδρόμιο.
Тебе нужен паспорт в аэропорту. · You need your passport at the airport.
Έχασα τα διαβατήριά μας στο ξενοδοχείο.
Мы потеряли паспорта в отеле. · We lost our passports at the hotel.
Το διαβατήριό του έληξε πριν τρία χρόνια.
Его паспорт истёк три года назад. · His passport expired three years ago.