διαβαίνω
[ðjaˈveno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1
Значения
1
переходить, пересекать (через что-л.)
to cross, to traverse · διαβαίνω το ποτάμι — пересекаю реку
2
переходить (от одного состояния в другое)
to pass (from one state to another) · διαβαίνω σε νέα φάση — перехожу в новую фазу
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διαβαίνω
εσύ
διαβαίνεις
αυτός
διαβαίνει
εμείς
διαβαίνουμε
εσείς
διαβαίνετε
αυτοί
διαβαίνουν
Аорист
εγώ
διέβην
εσύ
διέβης
αυτός
διέβη
εμείς
διέβημεν
εσείς
διέβητε
αυτοί
διέβησαν
Будущее
εγώ
θα διαβῶ
εσύ
θα διαβῇς
αυτός
θα διαβῇ
εμείς
θα διαβῶμεν
εσείς
θα διαβῆτε
αυτοί
θα διαβῶσι
Примеры
Διέβησαν το ποτάμι με κανό.
Они пересекли реку на каноэ. · They crossed the river by canoe.
Το αυτοκίνητο διαβαίνει τη γέφυρα κάθε πρωί.
Машина пересекает мост каждое утро. · The car crosses the bridge every morning.
Θα διαβούμε σε μια νέα εποχή σύντομα.
Мы вскоре перейдём в новую эпоху. · We will soon move into a new era.
Διαβαίνοντας την πύλη, είδε τον φίλο του.
Переходя ворота, он увидел своего друга. · Passing through the gate, he saw his friend.