Греческий словарь
с грамматикой

διαβάζω

[ðiaˈvazo]глаголA1

Значения

1
читать
to read · διαβάζω ένα βιβλίο — читаю книгу
2
пересекать (дорогу, реку)
to cross (a road, river) · διαβάζω το δρόμο — переходу дорогу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαβάζω
εσύ
διαβάζεις
αυτός
διαβάζει
εμείς
διαβάζουμε
εσείς
διαβάζετε
αυτοί
διαβάζουν
Аорист
εγώ
διάβασα
εσύ
διάβασες
αυτός
διάβασε
εμείς
διαβάσαμε
εσείς
διαβάσατε
αυτοί
διάβασαν
Будущее
εγώ
θα διαβάσω
εσύ
θα διαβάσεις
αυτός
θα διαβάσει
εμείς
θα διαβάσουμε
εσείς
θα διαβάσετε
αυτοί
θα διαβάσουν

Примеры

Διαβάζω μια ιστορία για δεινόσαυρους.
Я читаю рассказ о динозаврах. · I'm reading a story about dinosaurs.
Χθες διάβασε το κεφάλαιο για τα μαθηματικά.
Вчера он прочитал главу по математике. · Yesterday he read the chapter on mathematics.
Κάθε πρωί διαβάζουν την εφημερίδα.
Каждое утро они читают газету. · Every morning they read the newspaper.
Πρέπει να διαβάσει το δρόμο με προσοχή.
Ему нужно аккуратно перейти дорогу. · He needs to cross the street carefully.