διήμερος
[ðiˈimeros]прилагательноеB1
Значения
1
двухдневный, продолжающийся два дня
lasting two days, two-day · διήμερη εκδρομή — двухдневная экскурсия
Грамматика
мужской род
им.
διήμερος
вин.
διήμερο
род.
διημέρου
зват.
διήμερε
женский род
им.
διήμερη
вин.
διήμερη
род.
διημέρης
зват.
διήμερη
средний род
им.
διήμερο
вин.
διήμερο
род.
διημέρου
зват.
διήμερο
Примеры
Η διήμερη εκδρομή ήταν πολύ διασκεδαστική.
Двухдневная экскурсия была очень интересной. · The two-day trip was very entertaining.
Κάναμε ένα διήμερο ταξίδι στα βουνά.
Мы совершили двухдневное путешествие в горы. · We took a two-day journey to the mountains.
Το διήμερο πρόγραμμα περιλαμβάνει ξενάγηση και δείπνο.
Двухдневная программа включает экскурсию и ужин. · The two-day programme includes a tour and dinner.