Греческий словарь
с грамматикой

διήγηση

[ðiˈiʝisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
рассказ, повествование
narrative, story, account · μια ενδιαφέρουσα διήγηση — интересный рассказ
2
описание событий
description of events, exposition · η διήγηση των γεγονότων — описание событий

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διήγηση
вин.
τη διήγηση
род.
της διήγησης
зват.
διήγηση
Мн. ч.
им.
οι διηγήσεις
вин.
τις διηγήσεις
род.
των διηγήσεων
зват.
διηγήσεις

Примеры

Η διήγηση του ήταν πολύ συναρπαστική.
Его рассказ был очень увлекательным. · His story was very captivating.
Άκουσα την διήγησή του για το ταξίδι.
Я слушал его рассказ о путешествии. · I listened to his account of the journey.
Οι διηγήσεις αυτές είναι από τον Καζαντζάκη.
Эти рассказы принадлежат Казандзакису. · These stories are by Kazantzakis.
Κάνει μια λεπτομερή διήγηση των γεγονότων.
Он дает подробное описание событий. · He gives a detailed account of the events.