Греческий словарь
с грамматикой

διέπω

[ðiˈepo]глаголC1

Значения

1
управлять, руководить; пронизывать (дух, принцип)
govern, rule; pervade, run through (spirit, principle) · διέπει το νόμο ένα αρχείο — закон пронизан принципом
2
регулировать, определять ход (деятельность, отношения)
regulate, determine the course of (activity, relations) · κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά — правила, которые регулируют поведение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διέπω
εσύ
διέπεις
αυτός
διέπει
εμείς
διέπουμε
εσείς
διέπετε
αυτοί
διέπουν
Аорист
εγώ
διέπεσα
εσύ
διέπεσες
αυτός
διέπεσε
εμείς
διέπεσαμε
εσείς
διέπεσατε
αυτοί
διέπεσαν
Будущее
εγώ
θα διέψω
εσύ
θα διέψεις
αυτός
θα διέψει
εμείς
θα διέψουμε
εσείς
θα διέψετε
αυτοί
θα διέψουν

Примеры

Τι αρχές διέπουν το σύστημά μας;
Какие принципы управляют нашей системой? · What principles govern our system?
Νόμοι διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών.
Законы регулируют отношения между странами. · Laws regulate relations between nations.
Ένας υψηλός ηθικός κώδικας διέπει την οργάνωσή της.
Высокий этический кодекс пронизывает её организацию. · A high ethical code pervades her organisation.