διάρκεια
[ðiˈarki.a]существительноеη · женский родA2
Значения
1
длительность, продолжительность
duration, length of time · η διάρκεια του φιλμ — длительность фильма
2
срок действия, период
period, term · για τη διάρκεια του συμβολαίου — на период действия контракта
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διάρκεια
вин.
τη διάρκεια
род.
της διάρκειας
зват.
διάρκεια
Мн. ч.
им.
οι διάρκειες
вин.
τις διάρκειες
род.
των διαρκειών
зват.
διάρκειες
Примеры
Η διάρκεια του μαθήματος είναι δύο ώρες.
Продолжительность урока составляет два часа. · The lesson lasts two hours.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης δεν μίλησε κανείς.
Во время встречи никто не говорил. · During the meeting no one spoke.
Ποια είναι η διάρκεια της πτήσης;
Какова продолжительность полёта? · What is the flight duration?
Για τη διάρκεια του καλοκαιριού θα μείνουμε στο χωριό.
На всё лето мы остаёмся в деревне. · We'll stay in the village for the whole summer.