διάμετρος
[ðiˈametros]существительноеη · женский родB1
Значения
1
диаметр (линия, проходящая через центр круга или сферы)
diameter (line passing through the center of a circle or sphere) · η διάμετρος του κύκλου — диаметр круга
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διάμετρος
вин.
τη διάμετρο
род.
της διαμέτρου
зват.
διάμετρε
Мн. ч.
им.
οι διάμετροι
вин.
τις διαμέτρους
род.
των διαμέτρων
зват.
διάμετροι
Примеры
Η διάμετρος του κύκλου είναι δέκα εκατοστά.
Диаметр круга составляет десять сантиметров. · The diameter of the circle is ten centimeters.
Μέτρησε τη διάμετρο του σωλήνα με ένα κανόνα.
Он измерил диаметр трубы линейкой. · He measured the diameter of the pipe with a ruler.
Οι διάμετροι του κύκλου διέρχονται από το κέντρο.
Диаметры круга проходят через его центр. · The diameters of a circle pass through its center.