διάλυμα
[ðiˈalima]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
раствор (жидкость с растворённым веществом)
solution (liquid with dissolved substance) · αλατούχο διάλυμα — солевой раствор
2
растворитель (вещество для растворения)
solvent (substance for dissolving) · οργανικό διάλυμα — органический растворитель
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διάλυμα
вин.
το διάλυμα
род.
του διαλύματος
зват.
διάλυμα
Мн. ч.
им.
τα διαλύματα
вин.
τα διαλύματα
род.
των διαλυμάτων
зват.
διαλύματα
Примеры
Το διάλυμα αλατιού είναι διαφανές και άχρωμο.
Раствор соли прозрачен и бесцветен. · The salt solution is transparent and colorless.
Χρησιμοποιούμε διαφορετικά διαλύματα στο εργαστήριο χημείας.
В химической лаборатории мы используем разные растворы. · We use different solutions in the chemistry lab.
Το διάλυμα του καθαριστικού δεν πρέπει να αγγίζει το δέρμα.
Раствор чистящего средства не должен касаться кожи. · The cleaning solution must not touch the skin.
Η συγκέντρωση του διαλύματος επηρεάζει το αποτέλεσμα του πειράματος.
Концентрация раствора влияет на результат эксперимента. · The concentration of the solution affects the experiment's result.