Греческий словарь
с грамматикой

διάλλειμα

[ðiˈalima]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
перерыв, пауза (в работе, деятельности)
break, interval, pause (in work or activity) · διάλλειμα από τη δουλειά — перерыв на работе
2
перемена (в школе)
recess, break (at school) · η διάλλειμα του μεσημεριού — полуденная перемена
3
перерыв (в спектакле, фильме)
interval, intermission (in a performance or film) · διάλλειμα στο θέατρο — перерыв в театре

Грамматика

Ед. ч.
им.
το διάλλειμα
вин.
το διάλλειμα
род.
του διαλλείματος
зват.
διάλλειμα
Мн. ч.
им.
τα διαλλείματα
вин.
τα διαλλείματα
род.
των διαλλειμάτων
зват.
διαλλείματα

Примеры

Έχουμε διάλλειμα δέκα λεπτών.
У нас есть десятиминутный перерыв. · We have a ten-minute break.
Στη διάλλειμα του σχολείου παίζουμε στην αυλή.
На перемене в школе мы играем во дворе. · During the school break we play in the yard.
Η ταινία έχει διάλλειμα στη μέση.
Фильм имеет перерыв в середине. · The film has an interval halfway through.
Μετά τα διαλλείματα επιστρέφουμε στη δουλειά.
После перерывов мы возвращаемся к работе. · After the breaks we return to work.