διάλεξη
[ðiˈaleksi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
лекция (учебное занятие)
lecture (academic class) · διάλεξη στο πανεπιστήμιο — лекция в университете
2
беседа, разговор (между двумя лицами)
dialogue, conversation (between two people) · διάλεξη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους — разговор между двумя людьми
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διάλεξη
вин.
τη διάλεξη
род.
της διάλεξης
зват.
διάλεξη
Мн. ч.
им.
οι διαλέξεις
вин.
τις διαλέξεις
род.
των διαλέξεων
зват.
διαλέξεις
Примеры
Η διάλεξη του καθηγητή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
Лекция профессора была очень интересной. · The professor's lecture was very interesting.
Παρακολούθησα τρεις διαλέξεις χθες.
Вчера я посетил три лекции. · Yesterday I attended three lectures.
Η διάλεξη ξεκίνησε στις δέκα το πρωί.
Лекция началась в десять утра. · The lecture started at ten in the morning.
Στο δράμα υπάρχει μια όμορφη διάλεξη μεταξύ των δύο χαρακτήρων.
В пьесе есть красивый диалог между двумя персонажами. · In the play there is a beautiful dialogue between the two characters.